Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2014

Η νέα Κοινή Οργάνωση Αμπελοοινικής Αγοράς (ΚΟΑ)


Η διαμόρφωση του θεσμικού πλαισίου του οίνου ξεκίνησε το 1962, έκτοτε αρκετές μεταβολές ακολούθησαν. Ο οίνος ελέγχεται από την Κοινή Οργάνωση της Αμπελοοινικής Αγοράς (ΚΟΑ) με βασικό κανονισμό τον 822/87 που είχε ως αποτέλεσμα τη σημαντική εξέλιξη
της αγοράς οίνου. Τα κυριότερα σημεία της ΚΟΑ αναφέρονται στο σύστημα στήριξης της αγοράς, τις αμπελουργικές ζώνες, τους οίνους ποιότητας και τους κανόνες ελέγχου της παραγωγής και περιλαμβάνει δύο τύπους μέτρων:

-Την παρέμβαση στην αγορά για τη διασφάλιση της ισορροπίας της με υποστήριξη της ιδιωτικής αποθεματοποίησης, με διάφορους τύπους ενισχύσεων στην απόσταξη καθώς και στη χρησιμοποίηση των γλευκών και των σταφυλών που χρησιμοποιούνται γι'άλλους σκοπούς εκτός από την οινοποίηση.



-Τον έλεγχο του αμπελουργικού δυναμικού προκειμένου να προσανατολισθεί η προσφορά.

Όχι μόνο μέσω της απαγόρευσης νέων φυτεύσεων και μέτρων εκρίζωσης με πριμοδότηση στην εγκατάλειψη αλλά και μέσω αδειών φύτευσης, έτσι ώστε να ευνοηθεί ο επαναπροσανατολισμός της παραγωγής (δηλαδή η αναζήτηση ποιοτικών προϊόντων που ανταποκρίνονται καλύτερα στις προτιμήσεις των καταναλωτών). Οι άδειες φύτευσης αφορούσαν περιορισμένους και καθορισμένους στόχους παραγωγής ορισμένων τύπων οίνου.

Τα μέτρα εκρίζωσης συνέβαλαν στον περιορισμό της αμπελουργικής έκτασης από 40 εκατ. στρέμματα περίπου το 1987, σε 34 εκατ. στρέμματα το 1997. Κατά συνέπεια, η μέση παραγωγή διαμορφώθηκε από τα 200 εκατ. εκατόλιτρα στα 160 εκατ. εκατόλιτρα και αφορούσε
ως επί το πλείστον καλλιέργειες ποικιλιών με χαμηλότερες αποδόσεις και προϊόντα καλύτερης ποιότητας, ιδιαίτερα των οίνων ποιότητας που παράγονται σε καθορισμένες περιοχές
Η κοινοτική αγορά οίνου έπρεπε να αντιμετωπίσει την εμφάνιση νέων συνθηκών τόσο από τη διεύρυνση της παγκοσμιοποίησης όσο και από τον ολοένα και αυξανόμενο ανταγωνισμό.


Από την πλευρά της η ΚΟΑ έπρεπε να ανταποκριθεί στις εξελίξεις που προέκυψαν από την έναρξη ισχύος του νομοθετικού πλαισίου που καθορίστηκε το 1987, καθώς τα μέτρα της υπάρχουσας - έως τότε - ΚΟΑ δεν ήταν το ίδιο αποτελεσματικά, έπειτα και από την εφαρμογή των συμφωνιών του Γύρου της Ουρουγουάης το 1995 που καθιστούσαν την κοινοτική αγορά
ελαστικότερη και πιο ανοικτή.
Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα μεταξύ 1994 και 1996, οι ευρωπαϊκές εισαγωγές να υπερδιπλασιαστούν με τη Βουλγαρία, Ουγγαρία και Ρουμανία να αποτελούν τον πρώτο προμηθευτή οίνου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επίσης άλλες χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Αργεντινή, η Αυστραλία και η Νότιος Αφρική, ανέπτυξαν σημαντική εμπορική πολιτική με αξιοποίηση προϊόντων σε πολύ ανταγωνιστικές τιμές. Η Ευρωπαϊκή Ένωση τέλος, έπρεπε να λάβει υπ όψιν της τη γήρανση των αμπελώνων της και το γεγονός ότι με την εξέλιξη της παραγωγής, μετά τη
μείωση των εκτάσεων, προήλθε μείωση των πλεονασμάτων κατά τη διάρκεια των τελευταίων περιόδων (Ευρωπαϊκή Επιτροπή - Γενική Διεύθυνση Γεωργίας, 2004). Μπροστά σε αυτές τις νέες συνθήκες και λόγω της πολυπλοκότητας της νομοθεσίας που αφορούσε την ΚΟΑ του οίνου, ήταν απαραίτητη μία αναμόρφωση.


Η νέα ΚΟΑ του οίνου [κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1493/1999 του Συμβουλίου της 17ης Μαΐου 1999], είχε ως βασικό στόχο τη διατήρηση καλύτερης ισορροπίας μεταξύ της προσφοράς και της ζήτησης στην κοινοτική αγορά, δίνοντας τη δυνατότητα στους παραγωγούς να
προσαρμόσουν την παραγωγή τους στις εξελίξεις της αγοράς, καθώς και τη μακροχρόνια βελτίωση της ανταγωνιστικότητας του κλάδου. Η επίτευξη αυτού του στόχου πραγματοποιήθηκε με τη χρηματοδότηση της αναδιάρθρωσης ενός σημαντικού τμήματος των αμπελώνων που επιτρέπει την παραγωγή προϊόντων που ανταποκρίνονται στην εσωτερική και τη διεθνή ζήτηση.
Επιπρόσθετος στόχος ήταν ο προσανατολισμός της νέας ΚΟΑ σε μία σημαντική απλοποίηση της νομοθεσίας του αμπελοοινικού κλάδου, ενταγμένη στο γενικό πλαίσιο της
απλουστεύσεως της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής που άρχισε το 1995, υπενθύμιση της οποίας γίνεται στο Πρόγραμμα Δράσης 2000. Μέσω του νέου κανονισμού θα έπρεπε:

1. Να διατηρηθούν όλες οι παραδοσιακές αγορές πόσιμης αλκοόλης και προϊόντων της αμπέλου.
2. Να ληφθεί υπ όψιν η περιφερειακή διαφοροποίηση.
3. Να αναγνωριστεί ο ρόλος των ομάδων παραγωγών και των οργανώσεων του αμπελοοινικού
κλάδου.
4. Να καταργηθεί η παρέμβαση ως τεχνητό μέσο διάθεσης της παραγωγής μέσω της διαδικασίας αναδιάρθρωσης των αμπελώνων.

Έτσι, ο νέος κανονισμός, που εφαρμόστηκε από την 1η Αυγούστου 2000, ήταν
περισσότερο απλουστευμένος αντικαθιστώντας τους 23 προηγούμενους κανονισμούς. Σύμφωνα με αυτόν, εγκαταλείφθηκε το ισχύον, μέχρι τότε, σύστημα των τιμών προσανατολισμού για τους

διαφόρους τύπους οίνου στους μηχανισμούς παρεμβάσεως. Καθιερώθηκε, τέλος, καθεστώς αναδιάρθρωσης και μετατροπής των αμπελώνων, αφού εξακολουθούσαν να υφίστανται τα μέτρα ελέγχου του δυναμικού παραγωγής (καλύτερα επικεντρωμένα), ούτως ώστε να διασφαλιστεί ο κατάλληλος προσανατολισμός της προσφοράς.

Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Ένωση, το κόστος εφαρμογής της νέας ΚΟΑ είχε αρνητικό αντίκτυπο στις μέσες δαπάνες, κάτι που δικαιολογείται από το γεγονός ότι στόχος της νέας
πολιτικής ήταν η ανάπτυξη μίας ποιοτικής ευρωπαϊκής αμπελουργίας. Για την περίοδο 2001 - 2005, το συνολικό κόστος της νέας ΚΟΑ ήταν περίπου στα 1,3 δισ. ευρώ ετησίως. Το ένα τρίτο του κόστους αφορούσε τη διατήρηση των ήδη υπαρχόντων μέτρων, ενώ τα δύο τρίτα τα νέα μέτρα της αναδιάρθρωσης / μετατροπής των εκτάσεων, της διατήρησης διαθέσεως της πόσιμης αλκοόλης και της ενδεχόμενης απόσταξης κρίσεως. Εντούτοις θετικό στοιχείο της μεταρρύθμισης, εξαιρουμένου του υψηλού κόστους, είναι η καλύτερη αποτελεσματικότητα των μέτρων, κάτι που επιτρέπει στον κλάδο να αποκτήσει δυναμισμό και να συνδεθεί με τη γενική εξέλιξη των αγορών, τις προσδοκίες των καταναλωτών και τις διεθνείς υποχρεώσεις τηςΈνωσης.

Καθώς όμως τα παραπάνω μέτρα δεν αποδείχτηκαν επαρκή για τη μείωση των πλεονασμάτων οίνου, και χρειάστηκε να διατεθούν σημαντικά κονδύλια για την καταστροφή τους, κρίθηκε απαραίτητη μία νέα μεταρρύθμιση της ΚΟΑ.

Η μεταρρύθμιση που ενέκρινε το Συμβούλιο το 2008 επιδιώκει τα εξής:

-αύξηση της ανταγωνιστικότητας των οινοπαραγωγών στην ΕΕ, ενίσχυση της φήμης των ευρωπαϊκών κρασιών, ανάκτηση των απολεσθέντων μεριδίων αγοράς στην Ευρωπαϊκή Ένωση και παγκοσμίως·

-θέσπιση ενός κοινοτικού καθεστώτος με απλούς, σαφείς και αποτελεσματικούς κανόνες που να εξασφαλίζουν την ισορροπία προσφοράς και ζήτησης·

-διατήρηση των παραδόσεων της ευρωπαϊκής οινοπαραγωγής και ενίσχυση του κοινωνικού και περιβαλλοντικού της ρόλου στις αγροτικές περιοχές.
Μετά το 2015, θα αρθούν οι σημερινοί περιορισμοί για τους κοινοτικούς αμπελώνες, ώστε να δοθεί στους ανταγωνιστικούς παραγωγούς η δυνατότητα αύξησης της παραγωγής τους.

ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
ΔΙΕΘΝΗ ΕΞΩΣΤΡΕΦΕΙΑ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΟΙΝΟΠΟΙΗΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ
Μεταπτυχιακός Φοιτητής: ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ (ΑΜ 206) Επιβλέπων Καθηγητής: ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ ΔΕΣΠΟΙΝΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου